Ελληνο-Τουρκικά

0

Αυτοί πού ασχολούνται με την διπλωματία ξέρουν ότι στις κακές στιγμές μεταξύ των κρατών, παίζουν χρήσιμο ρόλο οι καλές σχέσεις   των πολιτικών ανδρών τους.  Οι Τούρκοι διπλωμάτες με την βαθειά εμπειρία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ανήγαγαν σε αρετή τις διαπροσωπικές τους σχέσεις με τους ξένους ηγέτες έτσι ώστε να παρακάμπτουν –όσο ήταν δυνατόν- τα προβλήματα πού ενίοτε προέκυπταν. Άλλωστε η  διπλωματία μέσω των «προσωπικών γνωριμιών» είναι μια παλιά  πρακτική στην διεθνή πολιτική σκακιέρα. Ειδικά όμως οι Τούρκοι χειρίστηκαν με μεγάλη ευελιξία και χωρίς αγκυλώσεις αυτού του είδους τις σχέσεις καθώς επί πέντε αιώνες, κυβέρνησαν πολλούς λαούς, έθνη και θρησκείες. Οι ιστορικοί της Άγκυρας  αρέσκονται να θυμίζουν ότι μέχρι την δεκαετία του 1960, οι περισσότεροι ηγέτες, στρατιωτικοί και διπλωμάτες των Βαλκανικών και των Αραβικών χωρών υπήρξαν υπήκοοι του Σουλτάνου,  κάποιοι μάλιστα ήταν προϊόντα του πολιτικού συστήματος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Υπό την διακυβέρνηση του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, με πρόεδρο της Τουρκίας τον πρώην Υπ. Εξωτερικών κ. Αμπντουλάχ Γκιούλ, Πρωθυπουργό τον κ. Ερντογάν και Υπουργό Εξωτερικών τον κ. Νταβούτογλου, η Άγκυρα έχει απογειώσει την συνταγή της διπλωματίας των διαπροσωπικών σχέσεων.

Εδώ και αρκετά χρόνια  -όσα τουλάχιστον κυβερνά την χώρα το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης,- οι Τουρκία ακολουθεί με συνέπεια κι αποτελεσματικότητα, μια  στρατηγική   η οποία σκοπό έχει να αναδείξει τον ρόλο της χώρας σαν αναντικατάστατο παράγοντα οικονομικής ανάπτυξης και περιφερειακής σταθερότητας. Πέρα όμως από τα καλά επεξεργασμένα πολιτικά  επιχειρήματα που για τον σκοπό αυτόν μπαίνουν στο τραπέζι των συζητήσεων, οι προσωπικές σχέσεις των Τούρκων παραγόντων με τους ξένους ομολόγους τους, τα διεθνή κέντρα αποφάσεων και τον Τύπο, φαίνεται ότι αποτελούν  βασικό συστατικό της επιτυχίας αυτής.

Η εμπειρία έχει ήδη δείξει ότι, από την Μόσχα, την Τεχεράνη, την Δαμασκό, τις Βρυξέλλες, το Σεράγεβο, την Σόφια, το Μπακού, την Ουάσιγκτον ή το Ρυγιάτ, μέχρι την Βαγδάτη, την Ρώμη, το Λονδίνο, το Τελ Αβίβ, το Ισλαμαμπάντ και την Αθήνα, οι απεσταλμένοι της  Άγκυρας, ενεργούν  χωρίς αποκλεισμούς και –όσο γίνεται-  χωρίς δογματισμό. Εξ ου και η επίσημα πλέον διακηρυγμένη θέση ότι η Τουρκία υιοθετεί  την πολιτική των μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονές της.

Δεν χωρεί αμφιβολία το γεγονός ότι η γεωπολιτική και οικονομική σημασία της Τουρκίας είναι το κυρίαρχο δεδομένο στο γόητρο της χώρας και αυτό που κατοχυρώνει την διείσδυσή της στην διεθνή πολιτική σκηνή. Χωρίς το στοιχείο αυτό, καμιά προσωπική επικοινωνιακή στρατηγική δεν θα ήταν εφικτή, οσοδήποτε χαρισματικοί κι αν ήταν οι Τούρκοι διπλωμάτες. Φαίνεται πάντως ότι ένα είδος σύγχρονης  αυτογνωσίας  κυριαρχεί ξαφνικά στην  πολιτική συμπεριφορά της Τουρκίας. Παρ’ ότι χάρη στον Μουσταφά Κεμάλ είναι μια χώρα με υψηλό αίσθημα εθνικής περηφάνιας και .βαθύ αυτοσεβασμό, δείχνει εν τούτοις ωσάν να ανακάλυψε αιφνιδίως τις κρυμμένες, «αυτοκρατορικές» δυνατότητές της.

Ιστορικά η Τουρκία ήταν πάντοτε προσανατολισμένη προς την Δύση. Τώρα  στρέφεται βαθμιαία προς Ανατολάς. Πρόκειται για έναν νέο αυτοπροσδιορισμό, μια ολότελα διαφορετική «τοποθέτηση» της χώρας απέναντι στο εύρος του  διεθνούς διπλωματικού περισκόπιου, η οποία όμως δεν αναιρεί την προηγούμενη. Ωστόσο υπάρχουν τρία «ευαίσθητα» σημεία στην επιλογή αυτή: 

1ον.-Κατά πόσον η Τουρκία στρεφόμενη προς Ανατολάς, θα εξακολουθήσει να πιστεύει στην αξία της Ευρωπαϊκής της ενσωμάτωσης,

2ον.- Κατά πόσον η προς Ανατολάς επιλογή της,  θα εκπληρώσει τα μακροπρόθεσμα σχέδιά της, στον βαθμό που το έπραξε μέχρι τώρα η σχέση της με την Δύση, και

3ον.-Κατά πόσον το λεγόμενο «βαθύ κράτος» θα στηρίξει τις επιλογές της πολιτικής ηγεσίας της χώρας.

 

Επιλογικά:  Με την ευκαιρία της διαφαινόμενης αναθέρμανσης του Ελληνο-Τουρκικού διαλόγου, στην ώθηση του οποίου έπαιξε μεγάλο ρόλο η διπλωματία των προσωπικών σχέσεων,  οι κουμπαριές και τα ζειμπέκικα , καλό είναι να υπομνηστεί,

1ον.-Ότι πολλοί στην Ελλάδα θεωρούν ως καθαρά προσχηματική την επίδειξη φιλίας της Τουρκίας, λόγω του ότι η χώρα θα περάσει τον Δεκέμβριο τις εξετάσεις της με την ΕΕ.

2ον.- Ότι η Ελλάδα παρ όλη την αντίδραση των Τουρκοσκεπτικιστών υποστηρίζει –ορθότατα-την Ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας, και

3ον.- Ότι –όπως έλεγε και ο παλιός σοφός  ΥπΕξ της Τουρκίας Ισχάν Τσαγκλαγιανγκίλ  «σε μια διαπραγμάτευση δεν πάς να τα πάρεις όλα. Πρέπει να δίνεις κι όλας».

 

Άντε λοιπόν να δούμε…

 

ΧΡΙΣΤΟΣ Κ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ*

* Ο Χρ. Χριστοδούλου είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας, ειδικός στα Ελληνο-Τουρκικά. Η ανάλυση αυτή γράφηκε  για το «ΕΜΠΡΟΣ»

Περισσότερα Σχετικά Άρθρα
Περισσότερα άρθρα από ΕΜΠΡΟΣ
Περισσότερα άρθρα από Αρχείο Αρθρογραφίας 2009
Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Μπορεί επίσης να σας αρέσει

« Η μειονότητα είναι μία και μουσουλμανική»

Μετά την επίκλησ_…