Αρχική ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΙΣΤΟΡΙΚΑ Η Λιτανεία, τα μποτίνια, οι χορηγοί του πανηγυριού, η πρώτη εμφάνιση του Αγροτικού Κόμματος

Η Λιτανεία, τα μποτίνια, οι χορηγοί του πανηγυριού, η πρώτη εμφάνιση του Αγροτικού Κόμματος

0

Μνήμες και γεγονότα που σημάδεψαν τους ανθρώπους που τα έζησαν, όπως τα θυμάται ο Νίκος Τσούργιαννης, μέρος δεύτερο

Τον τελευταίο καιρό από την Γαλλία, την Ιταλία και την Αγγλία, είχε σταλεί αρκετός αριθμός γυναικείων αρβυλών. Ήταν ένα ωραίο αρβυλάκι που κάλυπτε το γυναικείο πόδι μέχρι τον αστράγαλο, και με διπλά κορδόνια έσφιγγε το παπούτσι κάνοντας το να δένει τέλεια. Οι γυναίκες στην αρχή το σνόμπαραν λέγοντας ότι αρβύλες φορούσαν οι ανταρτίνες και δεν αποφάσιζαν να τα φορέσουν.

Είναι γεγονός όμως ότι αν η γυναίκα είχε τορνευτή γάμπα την κολάκευε πολύ και ήταν μεγάλη σιγουριά για το πόδι και για τους δρόμους εκείνης της εποχής. Δεν τα φορούσε καμία. Μέχρι οι τρεις αδελφές Καραμελέ από το Νεοχώρι που διέθεταν όλα τα προσόντα για να μπορείς να τις πεις ωραίες, αποφάσισαν να τα φορέσουν αυτά τα αρβυλάκια εκατό τα εκατό φτιαγμένα για τη γυναίκα. Το συνδύασαν με ένα μπλε μπερέ που φορούσαν στο κεφάλι και εκτός από τα άρβυλα απέκτησε ζήτηση και ο μπερές. Ίσως ήταν  η πρώτη unisex εμφάνιση παγκοσμίως.

Έτσι φτάσαμε στη μέρα της λιτανείας. Είχε αποφασιστεί να ξεκινήσει όσο μπορούσε νωρίτερα γιατί εκτός από τις άλλες εκκλησίες που μας περίμεναν, όσο πιο νωρίς ξεκινούσαμε τόσο οι συνθήκες θα ήταν καλύτερες για μια κατακαλόκαιρη πορεία. Στην ώρα μας ξεκινήσαμε αφού και οι συγχωριανοί από τον κάτω μαχαλά είχαν έρθει στην εκκλησία. Έγινε μια δέηση και ξεκίνησε ο κόσμος. Μπροστά ο παπάς και ο ψάλτης, η επιτροπή της εκκλησίας και όσοι συγχωριανοί, μπορούσαν να βοηθήσουν την ψαλμωδία και με πολλά και ουρανομήκη «Κύριε Ελέησον» ξεκίνησε η λιτανεία. Από πίσω ακολουθούσαν τα εξαπτέρυγα και ο κόσμος που ο καθένας κρατούσε από μια εικόνα από την εκκλησία. Τα κοριτσάκια επαναλάμβαναν τα «Κύριε Ελέησον» των ψαλτών και η λιτανεία προχωρούσε κανονικά προς την Σιδηρόπετρα. Κουραστήκαμε αλλά σχετικά φθάσαμε πιο άνετα από ότι φανταζόμασταν στον Ταξιάρχη στην εκκλησία της Σιδηρόπετρας.

Εκεί διαλυθήκαμε για λίγο, όλοι δροσιστήκαμε και πλυθήκαμε από μια παλιά βρύση που έτρεχε άφθονο και κρύο νερό και συνεχίσαμε την πορεία προς το Σταυροχώρι που δεν ήταν μακριά και ο κατήφορος μας βοηθούσε να προχωρούμε καλύτερα.  Όλος ο κόσμος είχε φθάσει στο Σταυροχώρι, ξαναήπιαμε λίγο νερό, πάλι από μια παλιά βρύση με κρύα και μπόλικα νερά και συνεχίσαμε την πορεία. Ο κόσμος ήταν πιο πολύς και οι τρεις παπάδες, οι ψαλτάδες και η χορωδία έδινε ένα μεγαλείο στην  ιερή τελετή.

Μετά τον κόσμο μια ομάδα, κάποιος του ιππικού θα την έλεγε ύλη, από καμία δεκαριά γαϊδουράκια φορτωμένα με παππούδες και κάποιες γιαγιάδες που ήθελαν να ακολουθήσουν την λιτανεία πιο ξεκούραστα και με σχετική άνεση συμμετείχαν στη τελετή.

Από πίσω μια ομάδα από παιδιά, «το ξυπόλυτο τάγμα» όπως οι ίδιοι αποκαλούσαν τον εαυτό τους είχαν μυριστεί ότι θα πηγαίναμε στο Νέστο και έτσι άλλοι ξυπόλυτοι και άλλοι βαστώντας κάποια παπούτσια στα χέρια τους αποτελούσαν μαζί με την σκυλοπαρέα τους, κάποια σκυλάκια μικρά και μεγάλα που με τίποτα δεν τους αποχωρίζονταν, το καπάκι της τελετής. Ακόμα και το αγριογούρουνο του Καρακώστα  που από μικρό είχε γίνει ένα με την σκυλοπαρέα ήταν παρόν. Η πορεία προχωρούσε και οι πιτσιρικάδες ετοιμάζονταν για το μεγάλο μπάνιο στο Νέστο.

Η πορεία ακολουθούσε τον παλιό δρόμο Σταυροχωρίου – Νεοχωρίου και κάπου έξω από το χωριό, όταν άρχιζε η κατηφόρα, σε μια στροφή του δρόμου από όπου μπορούσες να βλέπεις δυτικά πέρα στο ύψος του χωριού Στέρνα άρχιζες να βλέπεις τον ποταμό Νέστο που μετά το Παρανέστι έφθανε μέχρι την Πασχαλιά, έκανε μια στροφή προς το βουνό του Μητρικού και από εκεί όλο ανατολικά έφθανε στη Σταυρούπολη.

Για την εποχή που περνάγαμε τα νερά του Νέστου ήταν αρκετά. Κάποιοι έλεγαν ότι στη Βουλγαρία βρέχει πολύ για να έχει ο Νέστος τέτοιο καιρό τόσο πολύ νερό.  Εκεί δε που ακουμπούσε το βουνό του Μητρικού μετά τα κάστρα στην κορυφή, ήταν εντελώς άγριος και σκοτεινός ο Νέστος. Κάποτε που περνούσα την τότε Γιουγκοσλαβία έτυχε να δω τον ποταμό Μοράβα και βρήκα μια ομοιότητα στα δυο ποτάμια.

Η λιτανεία προχωρούσε και κάπου στο ύψος του Μεγάλου Καγιά η εκκλησία του Νεοχωρίου φαινόταν ότι περίμενε την πομπή.  Εκεί ο Νέστος είχε αναπτυχθεί στο έπακρο κάποια νερά προσπαθούσαν να ξεχειλίσουν και να κατακλείσουν τα χαμηλότερα σημεία. Τότε δεν υπήρχε το φράγμα του Θησαυρού και τα άλλα μικρά φράγματα να τιθασεύσουν τον Νέστο. Όσα νερά ερχόταν από την Βουλγαρία, κατέβαιναν μέχρι τη θάλασσα και πολλές φορές είχαμε καλοκαιρινές πλημύρες στον κάμπο.

Πλησιάσαμε τον Μεγάλο Καγιά, ήταν ένας πελώριος βράχος στο βορεινό μέρος του ποταμού κάπου στο ύψος της σιδηροδρομικής γέφυρας της Ελβετίας όπως την λένε ακόμα.

Το ξυπόλυτο τάγμα και η παρέα του, δεν κρατήθηκε ούτε φοβήθηκε από τα πολλά νερά του Νέστου. Όλοι τους σκύλοι και παιδιά μπήκαν στο ποτάμι και έκαναν ένα τρελό γλέντι. Ο υπόλοιπος κόσμος ξεκουράστηκε, πλύθηκε και συνέχισε την πορεία αφού όλες μαζί και οι τέσσερις εκκλησίες έκαναν αρκετές δεήσεις και ικεσίες και εν συνεχεία η εκκλησία του Ιωνικού και του Νεοχωρίου θα συνέχιζαν την πορεία μέσω του Νεοχωρίου για το Άνω Ιωνικό. Οι εκκλησίες της Σιδηρόπετρας και του Σταυροχωρίου γύρισαν πίσω για τα χωριά τους και εμείς συνεχίσαμε την πορεία.

Μετά την Σιδηρόπετρα, ο ουρανός είχε γεμίσει από μεγάλα μαύρα σύννεφα. Ξεκινούσαν από τα βουνά του Λειβαδίτη και τον Αμπάρ Καγιά και βοηθούσαν την πορεία με την σκιά των σύννεφων. Όλοι πιστεύαμε ότι μέχρι να τελειώσει η λιτανεία θα έπεφτε η πολυπόθητη βροχή και ότι εν συνεχεία το γλέντι στο πανηγύρι του Προφήτη Ηλία θα γινόταν τρικούβερτο. Τα σύννεφα και η ελπίδα ότι θα βρέξει μας έδινε κουράγιο και κανένας δεν φοβόταν τη βροχή. Ας έβρεχε καλά και ας γινόμασταν όλοι μούσκεμα.

Μπαίνοντας μέσα στο Νεοχώρι η πομπή, άρχισε να πέφτει ένα σύννεφο με πολύ χοντρές και αραιές σταγόνες. Μετά το Νεοχώρι συνεχίσαμε μόνοι την πορεία για το Άνω Ιωνικό. Η βροχή συνέχισε κατά διαστήματα να μας βρέχει και κατά διαστήματα να σταματά.

Με την δροσιά και τα ψιλόβροχα φθάσαμε ποιο γρήγορα στον Προφήτη Ηλία, βάλαμε τις εικόνες και τα εξαπτέρυγα στις εκκλησιές, τα κάπως βρεμένα ρούχα μας είχαν ξεραθεί και μπήκαμε στην διαδικασία του πανηγυριού.

Όλοι ετοιμαστήκαμε και η διανομή του φαγητού δεν είχε καμία σχέση με αυτό που γίνεται σήμερα. Τότε θυμάμαι η κάθε οικογένεια ή η κάθε ομάδα φίλων που θα έτρωγε μαζί πλησίαζε το καζάνι και η θεία Κελέρενα που σερβίριζε το φαγητό, αφού ρωτούσε πόσοι θα φάνε από αυτή την τσανάκα, που κάποιος από την παρέα κρατούσε, έβαζε τόσες μεγάλες κουταλιές ώστε να χορτάσουν όλοι.  Σπάνια συνέβαινε να έχουμε όλοι από ένα κουτάλι στη διάθεση μας. Συνήθως με το ίδιο κουτάλι έτρωγαν με τη σειρά, δύο τρία αδέλφια ή ξαδέλφια ή ακόμα και φίλοι.

Πάντως σε όλους άρεσε το φαγητό και εν συνεχεία ο ένας πληροφορούσε τον άλλον ότι υπάρχει και επιδόρπιο, όπως θα λέγαμε σήμερα. Τότε το επιδόρπιο στα Σμυρναίϊκα το λέγαμε «ξαρέσκι» και όταν ακουγόταν η μαγική λέξη πάντα γινόταν μια σειρά. Τέσσερις ήταν συνήθως οι χορηγοί του επιδορπίου.

Ο μπάρμπα Νικολής και στα τρία πανηγύρια του χωριού, της Παναγιάς, του Αγίου Γεωργίου και του Προφήτη Ηλία, συνήθιζε να προμηθεύεται από ένα γκαζοτενεκέ ρακί όπως λεγόταν τότε το ούζο και να κερνάει τους πιο ώριμους ηλικιακά γιατί στα παιδιά απαγορευόταν το ρακί.

Είχε έναν μεγάλο μαστραπά «υγρή οκά» θα την λέγαμε σήμερα, και καμία δεκαριά μικρότερα αλουμινένια μαστραπαδάκια «καρτούτσια» τα λέγαμε τότε και δέκα δέκα περίμεναν να τα γεμίσει ο μπάρμπα Νικολής και όλοι τους λίγο πολύ μερακλήδες να τα κατεβάσουν μέχρι πάτο, να ευχηθούν χρόνια πολλά, να συγχωρέσουν νεκρούς και πεθαμένους και αφού αδειάσει το καρτούτσο μέχρι σταγόνα , η υγρή οκά να τα ξαναγεμίσει για να πάρουν σειρά και άλλοι. Μέχρι που ο

τενεκές άδειαζε και την τελευταία σταγόνα, αυτό το κέρασμα του Μπάρμπα Νικολή συνεχίζονταν και ακόμα πολλοί τον θυμούνται για την χειρονομία του.

Ο άλλος χορηγός ήταν ο μπάρμπα Μανώλης, ο κτήτορας της μικρής αυτής εκκλησίας που Σαμιώτης στην καταγωγή ήξερε πολύ καλά να καλλιεργεί και να περιποιείται τα αμπέλια και τις κληματαριές.

Είχε μια κληματαριά μεγάλη από μοσχάτο άσπρο σταφύλι και μερικές ρίζες σπαρμένες κατά δω και κατά κει. Το αμπέλι αυτό ήταν πρώιμο, έτσι το είχε διαλέξει για να προλάβει να το μοιράσει μέχρι του Προφήτη Ηλία. Φέτος η χρονιά με τις πολλές ζέστες και την ανυδρία ήταν πρώιμη και έτσι τα σταφύλια ωρίμασαν την εποχή που τα περίμενε. Γέμισε μερικά κοφίνια, τα περιποιήθηκε καλά και του Προφήτη Ηλία μπορούσε να τα μοιράσει.

Έτσι λοιπόν όλοι νέοι, γέροι, παιδιά, άντρες, γυναίκες πέρναγαν από το στέκι του μπάρμπα Μανώλη για να πάρουν από ένα τσαμπί από αυτά τα ωραία σταφύλια. Το στέκι του μπάρμπα Μανώλη δεν χρειαζόταν ούτε όριο ηλικίας ούτε υγρές οκάδες και καρτούτσια. Μπορεί να σου πω ότι ο μπάρμπα Μανώλης μάζευε περισσότερες ευχές από τον Μπάρμπα Νικολή.

Ο τρίτος χορηγός ήταν ο μπάρμπα Ηλίας ο Κατσίκας. Είχε ένα κήπο λίγο πιο κάτω από το Κάτω Ιωνικό και εκεί καλλιεργούσε του πουλιού το γάλα. Του άρεσαν τα παραμύθια , ήταν ένας καλαμπουρτζής άνθρωπος, ζούσε μόνος και πάντα το σπιτάκι του κήπου του είχε κάποιον επισκέπτη. Ήταν ανάπηρος από το αριστερό του πόδι, δεν μπορούσε να το λυγίσει στο γόνατο, ήταν μερακλής και καλοπροαίρετος.

Ο μπαμπά Κατσίκας είχε μερικές αχλαδιές και αρκετά μεγάλα ζουμερά και αρωματικά αχλάδια και δύο – τρία καλάθια τα γέμιζε και τα κουβαλούσε για να τα χαρίσει σε ένα από τα δύο καλοκαιριάτικα πανηγύρια του χωριού. Είχε επίσης και μερικές δαμασκηνές ευρωπαϊκού τύπου, που τα δαμάσκηνά τους είχαν χρώμα μελιτζανί, αρωματικά και σπάνια. Κανά δύο καλάθια και από αυτά τα φρούτα τα προσέφερε στον πανηγύρι και εισέπραττε πολλές ευχές και αρκετά καλά λόγια.

Ο τέταρτος χορηγός ήταν ο μπάρμπα Αντώνης Κοντραμπατζής στα νιάτα του, πρόσφυγας σαν μεσήλικας κατέφυγε στη Γαλλία γιατί τον  κυνηγούσε το τούρκικο ρεζί (μονοπώλιο) και με την Μικρασιατική καταστροφή γύρισε στην Μικρά Ασία φόρτωσε σε ένα βαπόρι που είχε, τον «Πρόδρομο» την οικογένειά του και τους έφερε στην Ελλάδα. Τώρα υπέργηρος καλλιεργούσε ένα κήπο που χαίρονταν  κανείς να τον  βλέπει. Κάθε χρόνο σε ένα από τα πανηγύρια του Προφήτη Ηλία ή της Παναγιάς συνήθιζε να κουβαλάει για να χαρίσει μερικά καλάθια από ωραία μήλα κιτρινοκόκκινα στρόγγυλα ζουμερά και υπέρ πρώιμα κάτι σπάνιο για την εποχή και μερικά καλάθια από αχλάδια από τις αχλαδιές που καλλιεργούσε. Συνήθως η προσφορά του Μπάρμπα Αντώνη ήταν το καπάκι και εκεί τελείωνε η προσφορά των επιδορπίων .

Στο εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία τελείωνε σχεδόν το τραπέζωμα και μέσα στο κέντρο του χωριού κάτω από ένα πελώριο πλάτανο και δίπλα στην κεντρική βρύση που έτρεχε ακατάπαυστα, το καφενείο του Έλληνα ήταν έτοιμο για την σημερινή μέρα. Αν και είχε συμφωνηθεί να μη γίνουν τρικούβερτα γλέντια, γιατί και ο κόσμος δεν είχε διάθεση αλλά και η ημέρα λόγου της λιτανείας, είχε αποφασιστεί να είναι πιο θρησκευτική.

Τα τραπεζάκια είχαν στρωθεί κανονικά. Ο Λεωνίδας ο Κεντρωτάς με τον αδελφό του τον Στέργιο ερασιτέχνη τραγουδιστή, τον Νικόλα τον Καπνιάζη που είχε φτιάξει ένα δικό του αυτοσχέδιο μπουζούκι, την Σταματία του Χατζαγγελή και πολλούς άλλους εκκολαπτόμενους καλλιτέχνες, είχαν αρχίσει να γρατζουνούν σιγά –σιγά τα όργανά τους και η νεολαία να μαζεύεται σιγά σιγά να τους ενισχύσει και να τους συνδράμει.

Στο καφενείο ο μπάρμπα Σκάρος και ο Αμερσώνης, ένας παλιός κάτοικος του χωριού, που είχε μεταναστεύσει στη Ρόδο, αργυροχρυσοχόος στο επάγγελμα άρπαξε την ευκαιρία του Προφήτη Ηλία να έρθει στο χωριό μήπως μπορέσει και πουλήσει κανένα χωράφι, το σπίτι, ότι άλλο είχε ακόμα και αυτό το καφενείο που είχε μισό-μισό με τον γαμπρό του τον Έλληνα.

Δεν του βγήκε όμως γιατί η ξηρασία, η πατάτα των καπνών από καιρό ο Παπαληγούρας έλεγε ότι θα σταματήσει τα «Πριμ» τα μαύρα οικονομικά χάλια βούλιαζαν την Ελλάδα, και τα όνειρά του Αμερσώνη, και όλων των άλλων που εξακολουθούσαν να κάνουν όνειρα.

Ο μπάρμπα Σκάρος που γνώριζε από ναυάγια και ίσως ήταν ο πιο κατάλληλος να παρηγορήσει τον Αμερσώνη. Ο ψάλτης, ο μπαρμπα Γιώργος ο Σκάρος μαζί με τον αδελφό του τον Δημητρό , είχαν τελειώσει ένα Ρωμαίϊκο αρρεναγωγείο στην Προύσα και με την Μικρασιάτικη καταστροφή , είχαν πάρει ένα βαπόρι και έφθασαν στην Νέα Υόρκη. Εκεί σε ένα νησί «Εϊλις» νομίζω το έλεγαν, για τους Έλληνες είναι γνωστό και ως νησί των στεναγμών. Του «καθάριζαν» και κρατούσαν τους υγιείς.

Τον Δημητρό τον Σκάρο με την καραντίνα τον άφησαν οι Αμερικάνοι και πέρασε στην Αμερική. Τον Γιώργο τον βρήκαν λίγο ηλικιωμένο κάτι είχε και με το στήθος του και με το πρώτο βαπόρι τον φόρτωσαν για την Ελλάδα ξανά. Του είπαν όμως οι γιατροί όταν θα φθάσεις στην Ελλάδα, να επιδιώξει να μείνει σε ορεινό μέρος γιατί το είχε ανάγκη η υγεία του. Έτσι βρέθηκε ο μπάρμπα Σκάρος στο Άνω Ιωνικό.

Ο μπαρμπά Σκάρος ήταν πολύ μορφωμένος άνθρωπος. Κάποιοι φίλοι σκέφτηκαν να τον κάνουν παπά μια και ο παλιός παπάς του χωριού ήταν φανερό πως δεν θα ζούσε πολύ. Δεν τα κατάφεραν όμως γιατί ο παπά Γιαβάσης ο σημερινός παπάς του χωριού, ήταν νεότερος, είχε και πολλούς πατριώτες στο χωριό ορίσθηκε αυτός παπάς και ο μπάρμπα Σκάρος ψάλτης. Μετά είπαν ότι θα τον κάνουν γραμματέα στην κοινότητα. Παντρεύτηκε και την κυρά Αφροδίτη, μια γεροντοκοπέλα, πολύ όμορφη και συμπαθητική δασκάλα, μοδίστρα, που ήξερε κοπτική και ραπτική, είχε δικαίωμα στις μαθήτριές της να δίνει πτυχίο «Ψαλίδι» το έλεγαν την εποχή εκείνη. Αλλά και αυτή την φορά δεν τα κατάφερε να γίνει γραμματέας της κοινότητας.

Ο Πήχας, ένας παλαιοελλαδίτης με τα μισά γράμματα του μπάρμπα Σκάρου πήρε τη θέση γιατί οι παλαιοελλαδίτες τότε έκοβαν και έραβαν στη Νέα Ελλάδα και έτσι ο μπάρμπα Σκάρος παρότι η γυναίκα του ήταν δασκάλα στην ραπτική και στην κοπτική, δεν μπόρεσε να αξιωθεί μιας θεσούλας για να ζήσει. Του έδωσαν και αυτουνού κάποια χωραφάκια για να ζήσει όπως πήραν όλοι, στα ογδόντα του χρόνια ήταν επόμενο ότι δεν μπορούσε να τα καλλιεργήσει. Οι χωρικοί βλέποντας το δράμα, ανέλαβαν να τα καλλιεργούν για λογαριασμό του. Με τα ψίχουλα από την εκκλησία ήταν αδύνατο να ζήσει και το ζεύγος μπάρμπα Σκάρου περίμενε να ζήσει μόνο από την αλληλεγγύη των συγχωριανών.

Στα βαθιά γεράματα , τους είχε μαζέψει ένας μακρινός συγγενής και περνούσαν  όπως όπως μέχρι που κάποτε πέθανε στην Αμερική ο αδελφός του ο Δημητρός και τον κληρονόμησε  ο μπαρμπά Γιώργος, αφήνοντας του ο αδελφός του ένα τεράστιο ποσό για την εποχή εκείνη. Αυτή ήταν η ιστορία του μπαρμπά Σκάρου που ευτυχώς στο τέλος της ζωής του είχε μια ευχάριστη κατάληξη.

Τα τραπεζάκια του καφενείου γέμισαν και πολλοί πιστοί συνέχιζαν να έρχονται στο χωριό να ανάψουν το κερί τους στον Προφήτη Ηλία. Σε μια γωνιά στην αυλή του καφενείου γινόταν μεγάλη οχλαγωγία. Το πολιτικό ενδιαφέρον και θερμόμετρο είχε ανέβει σ’ αυτή την γωνία των να τραπεζιών. Άρχισαν να ακούγονται πολιτικές κουβέντες. Λαϊκοί και  Βασιλικοί των παλιών χρόνων, ξαναθυμήθηκαν τις δόξες τους και τις αντιθέσεις τους με τη διαφορά τώρα καινούργια λόγια έμπαιναν στο τραπέζι. Το αγροτικό κόμμα του Μπαλτατζή είχε αρχίσει να συγκινεί με τις θεωρίες του στην γωνία του καφενείου.

Ο Ζαμπροβαλάκης, ο Γιαννακός, ο Μπατζάκης και η Νίνα η Ζωγράφου συγκέντρωναν γύρω τους, τους πάντες μέχρι που οι οργανοπαίκτες στο καφενείο άρχισαν να ενοχλούνται βλέποντας ότι με το ακροατήριο αυτό δεν θα γινόταν γλέντι. Ο Ζαμπροβαλάκης ένας παλιός χωροφύλακας, είχε παντρευτεί την ανιψιά του Μπαλτατζή. Ο Γιαννακός ο Μπατζάκης ήταν φίλος και ένθερμος οπαδός του Αλέκου και η Νίνα η Ζωγράφου ήταν ιδιαιτέρα γραμματεύς του Μπαλτατζή. Μια πανέμορφη Δραμινή πόντια με αρκετή μόρφωση και θέληση ώστε να έχει καταφέρει να είναι στα μέσα και στα έξω στο νεοϊδρυθέν τότε αγροτικό κόμμα του Αλέξανδρου Μπαλτατζή.

Όλες οι δύσκολες δουλειές που είχαν σχέση με προβλήματα υγείας με προβλήματα επαγγελματικής αποκατάστασης με δικαστήρια και όλα τα άλλα κατέληγαν στο πολιτικό γραφείο του Μπαλτατζή στην Αθήνα και εκεί η Νίνα Ζωγράφου η αδελφή του ελέους όπως την αποκαλούσαν γιατί δεν είχε αφήσει άρρωστο να μην το συνδράμει και να μην τον τακτοποιήσει σε κάποιο νοσηλευτικό ίδρυμα, χειριζόταν με περισσή μαεστρία όλα τα υπόλοιπα προβλήματα του νεαρού κόμματος.

Άρχισα με αυτά τα ολίγα για το νεοσύστατο αγροτικό κόμμα γιατί από την ίδρυση του και μετά σταμάτησε νομίζω η επίκληση του Θεού για την λύση των πολλαπλών προβλημάτων. Κάποιες καινούργιες λέξεις όπως «Συλλαλητήρια» , «Πολιτικές συγκεντρώσεις». «Διαδηλώσεις» μπήκαν στην πρακτική της πολιτικής ιστορίας και άλλαξαν τη ροή της.

Οι λιτανείες, οι παρακλήσεις και οι ολονύκτιες παρακλήσεις είχαν περάσει στην πίσω σελίδα. Το αρχαίο «Συν Αθηνά και χείρα κίνει» ξαναυιοθετήθηκε σαν θεωρία και πράξη.

Εδώ τέλειωσε και η δικιά μας λιτανεία.

 

Περισσότερα Σχετικά Άρθρα
Περισσότερα άρθρα από ΕΜΠΡΟΣ
Περισσότερα άρθρα από ΙΣΤΟΡΙΚΑ
Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Μπορεί επίσης να σας αρέσει

Το Ιταλικό Υποπροξενείο στην Ξάνθη και ο Ιταλός Υποπρόξενος

Ίσως φταίει η φύση μας, ίσως το ανήσυχό μας πνεύμα, ίσως ακόμη και το κοινό μας πάθος για …